Η Ακαδημία Εθνικών Πληροφοριών της Τουρκίας έδωσε στη δημοσιότητα έκθεση με τίτλο «Η ανατομία του ισραηλινού επεκτατισμού». Στην έκθεση ξεχωρίζει η εκτίμηση ότι οι σχέσεις που ανέπτυξε το Ισραήλ με την Ελλάδα και την Κυπριακή Δημοκρατία (την οποία η έκθεση αποκαλεί «Ελληνοκυπριακή Διοίκηση της Νότιας Κύπρου») στους τομείς της ασφάλειας, της ενέργειας και της πολιτικής έχουν εξελιχθεί σε στρατηγική που στοχεύει άμεσα στην περικύκλωση της Τουρκίας.
Η μελέτη εξετάζει τις επεκτατικές πολιτικές του Ισραήλ στις ιστορικές, ιδεολογικές, πολιτικές και στρατιωτικές τους διαστάσεις, καθώς και τις επιπτώσεις τους στην περιφερειακή ασφάλεια. Αναλύει επίσης την επιδίωξη περιφερειακής ηγεμονίας από το Ισραήλ, τον ρόλο της στήριξης των ΗΠΑ, τους κινδύνους για την Τουρκία και τις στρατηγικές που θα μπορούσαν να ακολουθηθούν.
Ο πρόεδρος της Ακαδημίας, καθ. Ταλχά Κιοσέ, που υπογράφει τον πρόλογο, υποστήριξε ότι οι ενέργειες του Ισραήλ στη Γάζα, τις οποίες χαρακτήρισε γενοκτονία, η μετατροπή της κατοχής στη Δυτική Όχθη σε διοικητική προσάρτηση και ο επεκτατισμός σε Λίβανο και Συρία προκαλούν αστάθεια σε παγκόσμια κλίμακα. Ο Κιοσέ ανέφερε ότι η επεκτατική προσπάθεια του Ισραήλ, από τη Συρία έως την Ανατολική Μεσόγειο και από την Ερυθρά Θάλασσα έως το Κέρας της Αφρικής, έχει οδηγήσει ουσιαστικά σε αδιέξοδο τη λύση των δύο κρατών, που θεωρείται κλειδί για διαρκή ειρήνη. Κατά τον Κιοσέ, ενώ η προσέγγιση ασφαλείας της Τουρκίας βασίζεται στην ενίσχυση της κυριαρχίας, της εδαφικής ακεραιότητας και της θεσμικής ικανότητας των κρατών της περιοχής, το Ισραήλ θεμελιώνει την πολιτική ασφαλείας του στη διατήρηση των γειτονικών παραγόντων αδύναμων, κατακερματισμένων και ευάλωτων σε παρεμβάσεις.
Η έκθεση χαρακτηρίζει την Ανατολική Μεσόγειο ως ένα από τα πιο θεσμοθετημένα πεδία ανταγωνισμού. Σημειώνει ότι η συνεργασία αυτή, με άξονα την άμυνα, την τεχνολογία και τη συνδεσιμότητα, έχει εξελιχθεί σε ευρύτερο δίκτυο με τη συμμετοχή χωρών όπως τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και η Ινδία, και ότι η δομή αυτή στοχεύει να περιορίσει το περιθώριο κινήσεων της Τουρκίας και να καταστήσει δαπανηρή την προσέγγιση μαζί της.
Στο κεφάλαιο για τη στρατιωτική ισχύ του Ισραήλ, αναφέρεται ότι οι στρατιωτικές και τεχνολογικές του δυνατότητες του επιτρέπουν επιχειρήσεις σε μακρινές περιοχές, αλλά δεν επαρκούν για να διεξαγάγει μόνο του έναν παρατεταμένο πόλεμο υψηλής έντασης. Σύμφωνα με την έκθεση, ο πόλεμος ΗΠΑ/Ισραήλ-Ιράν κατέδειξε ότι το Ισραήλ εξαρτάται δομικά από τις ΗΠΑ για τη διατήρηση της στρατιωτικής του ικανότητας, ενώ τονίζεται ότι η αντίδραση που προκάλεσαν οι εξελίξεις στη Γάζα, ιδίως στις νεότερες γενιές στις ΗΠΑ, καθιστά αβέβαιο το μέλλον της στήριξης προς το Ισραήλ.
Η έκθεση υποστηρίζει ότι η ικανότητα παρέμβασης του Ισραήλ στην περιοχή τροφοδοτείται όχι μόνο από τη στρατιωτική του παρουσία, αλλά και από κοινωνικές και ταυτοτικές ευαλωτότητες. Στο πλαίσιο αυτό, αναφέρεται ότι η διαδικασία «Τουρκία χωρίς τρομοκρατία και Περιοχή χωρίς τρομοκρατία» πρέπει να θεωρείται στρατηγικό στοιχείο ανθεκτικότητας που ενισχύει τους δεσμούς μεταξύ Τούρκων, Κούρδων και Αράβων, δυσκολεύοντας εξωτερικούς παράγοντες να χρησιμοποιήσουν τις εθνοτικές διαφορές ως εργαλείο παρέμβασης. Η μελέτη σημειώνει ότι η ενίσχυση των κρατικών δυνατοτήτων, η μείωση των κενών κυριαρχίας και η αύξηση της περιφερειακής ανθεκτικότητας αποτελούν πρωταρχικούς στόχους της περιφερειακής στρατηγικής της Τουρκίας.